Παχυσαρκία - Διάγνωση, φαινότυποι και μελλοντικοί βιολογικοί διαγνωστικοί δείκτες


ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΖΑΒΡΟΥ*

Στο γνωστικό πεδίο της σύστασης σώματος περιγράφονται και ποσοτικοποιούνται τα διάφορα δομικά τμήματα του ανθρώπινου σώματος. H αξιολόγηση της μπορεί να γίνει με τη χρήση διαφόρων μοντέλων τα οποία στηρίζονται σε συγκεκριμένες χημικές δομές. Το πιο ευρέως διαδεδομένο μοντέλο είναι το μοντέλο των δύο διαμερισμάτων το οποίο αποτελείται από την λιπώδη μάζα  και την άλιπη μάζα (Lukaski, 2017). Καθώς όμως παρατηρούνται διαφορές μεταξύ των ατόμων όσο αφορά την οστική πυκνότητα και την ενυδάτωση οι οποίες σχετίζονται με τις διαφορετικές ηλικίες και επίπεδα άσκησης, σχεδιάστηκαν μοντέλα τριών και τεσσάρων διαμερισμάτων. Στο μοντέλο τριών διαμερισμάτων η άλιπη μάζα χωρίζεται περαιτέρω σε ισχνή μάζα και οστική μάζα, ενώ στο μοντέλο τεσσάρων διαμερισμάτων η μάζα σώματος χωρίζεται σε λίπος, άλατα, συνολικό νερό σώματος και πρωτεΐνη. Με τη τελευταία μέθοδο δεν χρειάζεται πλέον να γίνει πρόβλεψη σχετικά με την αναλογία των συγκεκριμένων συστατικών στο σώμα και έτσι θεωρείται πιο έγκυρη σε σχέση με τις προαναφερόμενες (Kuriyan, 2018). Η χρησιμότητα της αξιολόγησης της σύστασης σώματος, έγκειται στο ότι εκτός από τη θρεπτική κατάσταση και την κατάσταση της υγείας ενός ατόμου, μπορεί να παρέχει σημαντικές πληροφορίες για τη διάγνωση και τη θεραπεία αρκετών ασθενειών (Liang et al., 2017).

Διάγνωση παχυσαρκίας: Όπως έχει αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο https://ygeia-news.com/panepistimio-leykosias/paxysarkia-%E2%80%93-orismos-parenergeies-kai-i-sxesi-tis-me-alles-nosoys/, ο Δείκτης Μάζας σώματος (ΔΜΣ) είναι από τις πιο διαδεδομένες μεθόδους οι οποίες χρησιμοποιούνται στην κλινική πράξη ως προς τη διάγνωση της παχυσαρκίας. Ωστόσο,  παρά το γεγονός ότι σχετίζεται σημαντικά με τη λιπώδη μάζα στον γενικό πληθυσμό, όσο αφορά το άτομο η ικανότητα πρόβλεψης του ΔΜΣ μειώνεται (De Lorenzo., et al 2019). Έτσι άτομα με τον ίδιο ΔΜΣ μπορεί να έχουνε σημαντικές  διαφορές ως προς τη λιπώδη μάζα τους (Cui et al., 2016), ενώ πολλές φορές μια τιμή μεγαλύτερη του φυσιολογικού δεν υποδεικνύει απαραίτητα αυξημένη λιπώδη μάζα. Παίρνοντας για παράδειγμα αθλητικούς πληθυσμούς και ειδικότερα άτομα τα οποία εμπλέκονται σε προπόνηση με αντιστάσεις, μπορούν να έχουν ΔΜΣ ο οποίος να τους κατηγοριοποιεί ως παχύσαρκους ή υπέρβαρους ενώ στην πραγματικότητα το σωματικό τους λίπος να είναι σε αρκετά χαμηλά επίπεδα. Επίσης ένα άλλο  μειονέκτημα του ΔΜΣ είναι το ότι δεν λαμβάνει υπόψη διαφορές βάση φύλου και ηλικίας (De Lorenzo et al., 2019).

Τα μειονεκτήματα του ΔΜΣ οδήγησαν στον σχεδιασμό μιας καινούργιας εξίσωσης, η οποία μπορεί να φανεί χρήσιμη στους επιστήμονες της υγείας ως προς την ικανότητα της να μπορεί να προβλέψει το ποσοστό σωματικού λίπους με απλό τρόπο  σε γυναικείο πληθυσμό (De Lorenzo et al., 2014). Όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να έχει πρόσβαση σε αυτό το εργαλείο στον σύνδεσμο http://www.mat.uniroma2.it/~ricerca/biosta/PBFcalculator.html. Όσο αφορά τον υπολογισμό του σωματικού λίπους σε άνδρες και γυναίκες με νοσογόνο παχυσαρκία (BMI≥40), έχει προταθεί επίσης μια εξίσωση από τους Belarmino και συν. (2018)  https://bmcobes.biomedcentral.com/articles/10.1186/s40608-018-0202-8.  Ωστόσο και για τις δύο μεθόδους  είναι απαραίτητη προϋπόθεση η εμπειρία των αξιολογητών ως προς τον υπολογισμό της περιφέρειας μέσης και ισχίων.

Παρά το γεγονός ότι το υποδόριο λίπος (λίπος κάτω από το δέρμα) υπάρχει σε μεγαλύτερο ποσοστό στο σώμα μας, το κοιλιακό σπλαχνικό λίπος είναι μεταβολικά πιο ενεργό και εκκρίνει κυτταροκίνες ή αλλιώς κυτοκίνες (προφλεγμονώδεις πρωτεΐνες) σε μεγαλύτερο βαθμό από το υποδόριο (Galic, Oakhill, & Steinberg, 2010; Nimptsch, Konigorski, & Pischon, 2019). Ορισμένες απλές μεθόδοι οι οποίες βρέθηκε να έχουν μεγαλύτερη συσχέτιση με το σπλαχνικό λίπος σε σχέση με τον ΔΜΣ  και  χρησιμοποιούνται για τον εντοπισμό της κεντρικής παχυσαρκίας (υψηλό ποσοστό λίπους στην κοιλιακή χώρα), είναι η αναλογία μέσης-ισχίου και η περιφέρεια μέσης που αναφέρθηκε πιο πάνω (Nimptsch et al., 2019; Ping et al., 2018). Η περιφέρεια μέσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί επίσης και για τον υπολογισμό του σχετικού κινδύνου για ασθένεια  https://www.nhlbi.nih.gov/health/educational/lose_wt/BMI/bmi_dis.htm.  

Μία άλλη πρακτική μέθοδος υπολογισμού του σωματικού λίπους είναι η μέθοδος των δερματοπτυχών (Wells & Fewtrell, 2006). Γενικά η μέθοδος αυτή έχει καλή αξιοπιστία μεταξύ διαφορετικών παρατηρητών και μεταξύ δύο διαφορετικών χρονικών στιγμών. Ωστόσο η ακρίβεια και η επαναληψιμότητα της μειώνονται όταν αξιολογούνται παχύσαρκα παιδιά (Wells & Fewtrell, 2006). Επίσης η αξιοπιστία της μεθόδου των δερματοπτυχών επηρεάζεται από τη μεταβλητότητα της πυκνότητας του υποδόριου λίπους και από διαφορές των ελαστικών ιδιοτήτων των ιστών  μεταξύ ατόμων,  ενώ η ακρίβεια της μειώνεται όταν η δερματοπτυχή είναι πολύ μεγάλη (προβληματικό όσο αφορά παχύσαρκους ανθρώπους) (De Lorenzo et al., 2019).

Τα προαναφερόμενα εργαλεία λοιπόν παρά το χαμηλό τους κόστος και τον λίγο χρόνο που απαιτείται για να γίνουν οι μετρήσεις, έχουν ορισμένους περιορισμούς. Αυτό οδήγησε στη δημιουργία και άλλων μεθόδων αξιολόγησης της σύστασης σώματος όπως είναι τα εργαλεία βιοηλεκτρικής εμπέδησης (BIA), η μέθοδος διπλής ενεργειακής απορρόφησης (DXA), η αξονική τομογραφία (CT), η μαγνητική τομογραφία (MRI) και μαγνητική σπεκτροσκοπία (MRS). Αυτά τα εργαλεία έχουν σαν κύριο στόχο την αξιολόγηση της θρεπτικής κατάστασης ενός ατόμου μέσω καλύτερου διαχωρισμού της άλυπης μάζας σώματος και της λιπώδους μάζας σώματος στην κλινική πράξη (Thibault, Genton, & Pichard, 2012). Η μέθοδος η οποία χρησιμοποιείται πιο συχνά από τους επιστήμονες της υγείας κυρίως λόγω χαμηλού κόστους και πρακτικότητας είναι η BIA. Παρά το γεγονός όμως ότι έχουν δημιουργηθεί εξισώσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της σύστασης σώματος υπέρβαρων και παχύσαρκων ανθρώπων (π.χ. αντί 73% ενυδατωμένη η άλιπη μάζα τους είναι   ̴75.6%), είναι δύσκολο κάποιος να είναι σίγουρος ως προς το ποια εξίσωση έχει χρησιμοποιηθεί στο εργαλείο BIA που έχει μπροστά του καθώς τις περισσότερες φορές δεν αναφέρεται ξεκάθαρα (Becroft, Ooi, Forsyth, King, & Tierney, 2019). Καθώς η μέθοδος αυτή φαίνεται πως έχει καλή επαναληψιμότητα κάτι το οποίο την καθιστά χρήσιμη ως προς την παρατήρηση αλλαγών της σύστασης σώματος κατά τη διάρκεια ενός προγράμματος δίαιτας (Becroft et al., 2019; Thibault et al., 2012), θα ήταν καλό ο αξιολογητής να βεβαιωθεί πως το εργαλείο BIA που θα χρησιμοποιηθεί λαμβάνει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες υπέρβαρων και παχύσαρκων ανθρώπων. Ένα άλλο πλεονέκτημα της BIA είναι το ότι εκτιμώντας την άλιπη μάζα σώματος υπολογίζει τη γωνία φάσης, κάτι το οποίο δίνει τη δυνατότητα εκτίμησης της πρόγνωσης για ασθένεια. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό καθώς τα τελευταία χρόνια τα αυξημένα ποσοστά παχυσαρκίας σε ηλικιωμένα άτομα οδήγησαν στην εμφάνιση ενός νέου διατροφικού προβλήματος τη σαρκοπενική παχυσαρκία. Αυτή χαρακτηρίζεται από τον συνδυασμό αυξημένου σωματικού λίπους και μειωμένης άλιπης μάζας, ενώ το σωματικό βάρος μπορεί να είναι είτε φυσιολογικό είτε υψηλό (Thibault & Pichard, 2012).

Φαινότυποι παχυσαρκίας και μελλοντικοί βιολογικοί διαγνωστικοί δείκτες: Αν και σε πολλές επιδημιολογικές μελέτες έχει επιβεβαιωθεί η αρνητική επίδραση της παχυσαρκίας όπως αυτή εκτιμάται με μεθόδους αξιολόγησης της σύστασης σώματος στην υγεία, οι  υπαίτιοι βιολογικοί μηχανισμοί δεν είναι ακόμα καλά τεκμηριωμένοι (Nimptsch et al., 2019). Ωστόσο, η αύξηση των μελετών τα τελευταία χρόνια στις οποίες αξιολογήθηκαν οι βιολογικοί δείκτες οι οποίοι σχετίζονται με την παχυσαρκία και την συνδέουν με χρόνιες ασθένειες οδήγησε στον εντοπισμό διαφόρων φαινότυπων παχυσαρκίας. Οι De Lorenzo και συν. (2019) σε ανασκόπηση της βιβλιογραφίας αναφέρουν τέσσερις  φαινότυπους παχυσαρκίας, οι οποίοι σχετίζονται με διαφορετικούς καρδιαγγειακούς και μεταβολικούς παράγοντες κινδύνου. Οι φαινότυποι αυτοί είναι: 1) ο παχύσαρκος με φυσιολογικό σωματικό βάρος (κατηγοριοποιείται περεταίρω σε μεταβολικά υγιή παχύσαρκο με φυσιολογικό σωματικό βάρος και σε παχύσαρκο με φυσιολογικό σωματικό βάρος ο οποίος σχετίζεται με μεταβολικό σύνδρομο και αντίσταση στην ινσουλίνη), 2) ο μεταβολικά υγιής παχύσαρκος, 3) ο μη μεταβολικά υγιής παχύσαρκος και  4) ο υπερ-παχύσαρκος. Ακόμα ένας άλλος φαινότυπος ο οποίος έχει αναφερθεί στη βιβλιογραφία είναι ο σαρκοπενικός-παχύσαρκος (Vecchié et al., 2018) (Πίνακας 1). Κάτι αξιοσημείωτο είναι  πως σε ορισμένες περιπτώσεις άτομα με υπερ-παχύσαρκο φαινότυπο μπορεί να είναι μεταβολικά υγιή.

Πίνακας 1. Κλινικά χαρακτηριστικά των διαφόρων φαινότυπων της παχυσαρκίας

Δυστυχώς σύμφωνα με τους Nimptsch και συν. (2019), αν και ένας καινούργιος ορισμός της παχυσαρκίας ο οποίος θα λαβαίνει υπόψη τους βιολογικούς δείκτες και θα κατηγοριοποιεί τους ανθρώπους βάση των φαινοτύπων τους οι οποίοι σχετίζονται με ασθένεια θα ήτανε βαρύνουσας σημασίας,  την παρούσα στιγμή δεν υπάρχει. Ένας τέτοιος ορισμός θα  μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για εξατομικευμένα προγράμματα πρόληψης, εντοπίζοντας τα άτομα τα οποία είναι ψηλού κινδύνου για ασθένεια. Τα άτομα αυτά θα μπορούν να παρακολουθούνται πιο στενά και να εντάσσονται από νωρίς σε παρεμβάσεις (Nimptsch et al., 2019). Οι πιο υποσχόμενοι βιολογικοί δείκτες αποτελούν ορισμένες ορμόνες όπως είναι η ινσουλίνη και λιποκίνες όπως η ρεζιστίνη,  ενώ η εξέλιξη  της τεχνολογίας  τα τελευταία χρόνια οδήγησε στον εντοπισμό και άλλων βιολογικών δεικτών σε γονιδιακό επίπεδο. Πιο συγκεκριμένα 1860 γονίδια βρέθηκε πως σχετίζονται με την παχυσαρκία ενώ στα πρώτα αποτελέσματα μελετών γενωμικού συσχετισμού κατηγοριοποιήθηκαν γενετικές μεταλλάξεις με αποδεδειγμένη επίδραση σε διάφορα χαρακτηριστικά (Nimptsch et al., 2019). Οι πιο ισχυρές μεταλλάξεις βρίσκονται στο σχετιζόμενο με τη λιπώδη μάζα και παχυσαρκία γονίδιο (FTO). Παρόλο που οι μηχανισμοί οι οποίοι συνδέουν το FTO με την παχυσαρκία δεν είναι πλήρως κατανοητοί, μερικές από τις γενετικές μεταλλάξεις έχουν συνδεθεί με τη ρύθμιση της πείνας, την ενεργειακή δαπάνη, τους κιρκαδιανούς ρυθμούς και ορισμένες χρόνιες ασθένειες (Nimptsch et al., 2019). Άλλοι επίσης βιολογικοί δείκτες που ίσως μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη δημιουργία του νέου ορισμού αφορούν τη μεταβολομική και το μικροβίωμα.

*Υποψήφιος διδάκτορας Διατροφής και Διαιτολογίας Πανεπιστημίου Λευκωσίας




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter












934