Συντονισμός του διεθνούς ερευνητικού δικτύου INHERENT από το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου


Το Τμήμα Μοριακής Γενετικής Θαλασσαιμίας του Ινστιτούτου Νευρολογίας & Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ) συντονίζει το διεθνές ερευνητικό δίκτυο INHERENT (International Hemoglobinopathy Research Network; https://inherentnetwork.org), που στοχεύει στην εύρεση και στο χαρακτηρισμό γενετικών παραγόντων που επηρεάζουν την κλινική εικόνα (γενετικοί τροποποιητές) των  αιμοσφαιρινοπαθειών, συμπεριλαμβανομένων των συνδρόμων θαλασσαιμίας και δρεπανοκυτταρικής αναιμίας. Το δίκτυο δημιουργήθηκε το 2020 ως αποτέλεσμα δράσης και συλλογικής προσπάθειας από εννέα υπάρχουσες διεθνείς και περιφερειακές κοινοπραξίες στον τομέα των αιμοσφαιρινοπαθειών για την ανάπτυξη και ενίσχυση παγκόσμιων συνεργιών με σκοπό την εκπόνηση μεγάλης κλίμακας πολυεθνικής μελέτης συσχέτισης ολόκληρου του γονιδιώματος (Genome Wide Association Study; GWAS). Συγκεκριμένα, το δίκτυο συγκεντρώνει τις κοινοπραξίες ITHANET, RADeep, ARISE, SPARCO, SADaCC, REDAC, HVP GGN, IHR και ClinGen Hemoglobinopathy VCEP, και υποστηρίζεται από το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Αναφοράς για σπάνιες αιματολογικές παθήσεις, ERN-EuroBloodNet. Δικαίωμα συμμετοχής στο INHERENT έχει κάθε ερευνητική ομάδα που μπορεί να υποβάλει τουλάχιστον 30 δείγματα ασθενών με τη βασική φαινοτυπική περιγραφή τους. Επί του παρόντος, στο INHERENT συμμετέχουν πέραν των 175 επιστημόνων από 95 οργανισμούς σε 38 χώρες παγκοσμίως.

Οι αιμοσφαιρινοπάθειες αποτελούν τις συχνότερες μονογονιδιακές ασθένειες παγκoσμίως και συχνά εμφανίζουν διαφορετικά κλινικά συμπτώματα, τα οποία μπορεί να ποικίλουν ως προς τη σοβαρότητα, συχνότητα και εξέλιξή τους με την παρέλευση του χρόνου. Η διαφορετικότητα εκδήλωσης στο φαινότυπο αποδίδεται εν μέρει στην επίδραση γενετικών τροποποιητών. Με την τεχνολογία GWAS είναι δυνατή η μελέτη ολόκληρου του γονιδιώματος, ενώ η σύγχρονη επιστημονική έρευνα εστιάζεται στην ανακάλυψη γενετικών αλλαγών που είναι σχετικά κοινές στο γενικότερο πληθυσμό, αλλά έχουν μικρή επίδραση στο φαινότυπο. Προηγούμενες μελέτες συσχέτισης έχουν καταδείξει το ρόλο των γενετικών τροποποιητών με συγκεκριμένους φαινοτύπους στις αιμοσφαιρινοπάθειες. Εντούτοις, αυτοί οι δείκτες δεν είναι επαρκείς για να κατευθύνουν τη λήψη κλινικών αποφάσεων ή να προσφέρουν αξιόπιστη κατηγοριοποίηση των ασθενών. Αναμένεται ότι υπάρχουν πολλοί επιπλέον γενετικοί τροποποιητές που συμβάλλουν στη φαινοτυπική ετερογένεια των αιμοσφαιρινοπαθειών.

Απώτερος στόχος του INHERENT είναι η μελέτη γενετικών τροποποιητών στις αιμοσφαιρινοπάθειες με την τεχνολογία GWAS σε μεγάλο δείγμα ασθενών παγκοσμίως, προκειμένου να εξαχθούν δεδομένα υψηλής ποιότητας για τον αξιόπιστο προσδιορισμό συσχέτισης γονοτύπου-φαινοτύπου, νοσηρότητας της ασθένειας, καθώς και της ανταπόκρισης σε φάρμακα και θεραπείες. Συγκεκριμένοι στόχοι του δικτύου είναι η ανακάλυψη νέων γενετικών τροποποιητών, η επαλήθευση γενετικών τροποποιητών και η τυποποίηση των φαινοτυπικών περιγραφών, σύμφωνα με διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές για βελτίωση της διαλειτουργικότητας και ανταλλαγής πληροφοριών.

Η δράση του INHERENT συντονίζεται από το Τμήμα Μοριακής Γενετικής Θαλασσαιμίας του ΙΝΓΚ (Καθ. Μαρίνα Κλεάνθους, Δρ. Πέτρος Κουντούρης) υπό τη συνολική παρακολούθηση και στρατηγική διαχείριση της Διευθυντικής και Εκτελεστικής Επιτροπής (Steering and Data Access Committee) του δικτύου. Για την επίτευξη των κύριων στόχων, οι δραστηριότητες του δικτύου χωρίζονται σε πέντε ομάδες εργασίας: Κλινική (Clinical), Γενετική-Γονοτυπική (Genotyping), Διαχείριση και ανάλυση δεδομένων (Data management and analysis), Ηθική και Δεοντολογία (Ethics), και Μετάφραση και Διαχείριση γνώσης (Knowledge translation). Τα Τμήματα Μοριακής Γενετικής Θαλασσαιμίας και η ομάδα Βιοστατιστικής του ΙΝΓΚ συμμετέχουν σε όλες τις ομάδες εργασίας και έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην εκπόνηση της μελέτης GWAS, και στην ανάλυση και διαχείριση των δεδομένων. Συγκεκριμένα, το ΙΝΓΚ συντονίζει τις ομάδες εργασία Γενετικής-Γονοτυπικής (Δρ. Κοραλία Στεφάνου) και Διαχείρισης και Ανάλυσης Δεδομένων (Δρ. Κυριακή Μιχαηλίδου, Δρ. Πέτρος Κουντούρης).

Το μεγάλο μέγεθος του δείγματος και η ποικιλομορφία στους πληθυσμούς που θα μελετηθούν μέσα στο δίκτυο INHERENT θα επιτρέψουν νέες ανακαλύψεις και θα διευρύνουν τη γνώση για τη γενετική βάση των αιμοσφαιρινοπαθειών, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την προώθηση της εξατομικευμένης (μοριακής) ιατρικής και της προγνωστικής ιατρικής που αποτελεί τη θυγατρική κατεύθυνση της προληπτικής.

Η δημιουργία του δικτύου INHERENT και η περιγραφή της δράσης και των στόχων του, έχουν ανακοινωθεί στο έγκυρο επιστημονικό περιοδικό American Journal of Hematology σε σχετικό άρθρο είναι διαθέσιμο στο σύνδεσμο https://onlinelibrary.wiley.com/doi/full/10.1002/ajh.26323




Comments (0)


This thread has been closed from taking new comments.



Newsletter












636